Επιστροφή!

Όχι κανονική, αλλά είπα να αρχίσω να κάνω σιγά-σιγά «guest» εμφανίσεις :Ρ
Δεν το είχα σκοπό. Όμως μετά από ένα τραγούδι που άκουσα και τη χτεσινή νύχτα, είπα πως μετά τα άσχημα έκτακτα postάκια, χρωστάω πάνω από όλα σε μένα αυτό το post.


Η νύχτα ξέρει και φοβάται, μας αγαπάει, μας λυπάται
Μαζί μας πίνει, ξενυχτάει και το πρωί για ύπνο πάει
Η νύχτα θέλει ν' αγαπιέται και από έρωτα χτυπιέται
Καπνίζει, βρίζει και διαβάζει, κλαίει σαν παιδί κι αναστενάζει

Η νύχτα παίζει και κιθάρα και μένει πάντα από τσιγάρα
Γράφει τραγούδια και ζηλεύει, γυρνάει στους δρόμους κι αλητεύει
Η νύχτα ντύνεται γυναίκα και ξεκινάει κατά τις δέκα
Τους άλλους βάζει να τα σπάνε και τα πληρώνει όσα και να ναι

Η νύχτα κάνει απιστίες και παίρνει μέρος σε ληστείες
Βάζει μια βόμβα στην Κυψέλη κι ύστερα λέει ότι θέλει
Η νύχτα ότι και να γίνει, αναλαμβάνει την ευθύνη
Κι αυτός που ξέρει τι συμβαίνει, ζει με τη νύχτα και σωπαίνει


Χτες, σημειώστε την ημερομηνία 6/3/2010, παραμονή της επετείου της ενσωμάτωσης των Δωδεκανήσων, μετά από σχεδόν 10 μήνες, βγήκα στην φοιτητούπολη για νυχτερινή διασκέδασης. Γενικά δεν είμαι πολύ της νυχτερινής διασκέδασης, όμως μια στο τόσο την ζητάω και ενώ από το Νοέμβρη λέγαμε να πάμε σε κάποιο κουτουκάκι-ρακάδικο, χτες το αποφασίσαμε.
Και επειδή αυτά γίνονται μια στο τόσο, αποφάσισα κι εγώ να γίνω λίγο γυναίκα. Ναι εντάξει, γυναίκα είμαι, εννοώ να φερθώ σαν γυναίκα. Κατά τις 8.30, πλησιάζω την ντουλάπα. Την ανοίγω και αρχίζω να βγάζω τα υποψήφια ρούχα. Βάλε ρούχο, βγάλε ρούχο, ξαναβάλε ρούχο, κάνε μια στροφή στον καθρέφτη. Και αφού αποφάσισα τι θα βάλω, πήγα να το πατήσω λιγάκι. Και τότε το σίδερο μου άρχισε να κάνει κάτι περίεργα, με αποτέλεσμα έτσι όπως «πάλευα» μαζί του για να δω τι έπαθε, να κάψω το χεράκι μου… Δεν πτοούμαι όμως, και μετά τις πρώτες βοήθειες (οδοντόκρεμα στο κάψιμο :Ρ), συνεχίζω την προετοιμασία. Μέσα σε όλα, ύστερα από πολλά χρόνια, αποφάσισα να ισιώσω και το μαλλί. Καλά όχι πως ίσιωσε με την υγρασία που είχε, αλλά τελικά πιο καλό από τελείως ίσιο βγήκε. Και στο αποκορύφωμα της κρίσης θηλυκότητας, βάζω και γόβες με σχετικά ψηλό τακούνι (εγώ και το τακούνι, τσακωμένοι από καιρό). Όποτε όποιος με είδε χτες ήταν σε μια πολύ σπάνια εμφάνιση.
Φεύγουμε λοιπόν και αρχίζουμε να ψάχνουμε που θα κάτσουμε. Δύσκολο πράγμα για Σάββατο βράδυ. Κι εκεί που λέγαμε να πάμε κάπου, με ζωντανή μουσική, να χορέψουμε κιόλας, πάμε κάπου, που έξω, όπου και καθίσαμε, δεν είχε καν μουσική. Όμως περάσαμε πάρα πολύ καλά. Γελάσαμε πολύ, το φαγητό ήταν πολύ ωραίο, ήπιαμε τα κρασάκια μας, κουτσομπολέψαμε για κάθε τι άσχετο και σχετικό και για όποιον δεν το συγκράτησε, γελάσαμε πάρα πολύ.
Κατά τις 2 είπαμε να φύγουμε και να συνεχίζουμε σε clubάκι. Με το που ανοίγει η πόρτα, μια ηχορύπανση έφτασε στα αυτιά μου. Ένα υπερβολικά δυνατό «ντάπα-ντούπα», που ποτέ δεν κατάλαβα πως διασκεδάζουν κάποιοι με αυτά. Η μισή παρέα να διασκεδάζει και εγώ με την κολλητή μου, να κοιτιόμαστε με βλέμμα, «τι βασανιστήρια είναι αυτά τώρα;». Κάποια στιγμή έβαλε κάτι τραγουδάκια λίγο πιο καλά, και με το κέφι της παρέας, τραγουδήσαμε και κουνηθήκαμε στο ρυθμό. Και σε μια στιγμή, νοιώθω το ένα μου πόδι να προσγειώνεται απότομα στο πάτωμα. Πάει το τακούνι! Η μουσική ξαναγύρισε στα «ντάπα-ντούπα», εγώ ψευτοστέκομαι στο ύψος, του ενός πλέον τακουνιού, και κάπου εκεί αποφασίζουμε να φύγουμε. Και τότε ξαναμπαίνουν τα Ελληνικά, και εμείς στεκόμαστε 5 λεπτά έξω από το μαγαζί να διαπραγματευόμαστε αν θα ξαναμπούμε ή όχι. Δεν αντισταθήκαμε στο άκουσμα, ξαναμπήκαμε και αρχίσαμε τους χορούς. Και εγώ μην αντέχοντας να χορεύω είτε ανεβοκατεβαίνοντας είτε στις μύτες των ποδιών για να έχω ένα ύψος, παρατάω τις γόβες σε μια γωνίτσα στους καναπέδες που καθόμασταν και συνεχίζω ξυπόλητη. Και να οι συρτοί και να τα χασαποσέρβικα και να τα τσιφτετέλια. Μέχρι και στο τραπέζι ανεβήκαμε (σσς, αυτά μεταξύ μας, ε; :Ρ). Και μετά μπήκαν τα ζεϊμπέκικα, και καθίσαμε στους καναπέδες και τραγουδούσαμε. Και περάσαμε πάρα πολύ ωραία.
Ε, 6 παρά φύγαμε. Και επειδή είναι γνωστό πως όλες οι διαδρομές γίνονται με τα πόδια, ένα πόδι πάνω, ένα πόδι κάτω φτάσαμε στο σπίτι. Και μέχρι να αλλάξω και να ξεβαφτώ, καθόμουν και σκεφτόμουν, πως παρόλο που βγήκαμε τυχαία, μη ρωτάτε πως, αλλά σχεδόν κανένας δεν είχε όρεξη, περάσαμε τόσο όμορφα, που δε θα το άλλαζα.
Βέβαια, είχα αφήσει και ένα χρέος. Μετά το κάψιμο και το τακούνι, έπρεπε να τριτώσει το κακό όπως λένε. Έτσι, με μια κίνηση που ούτε κατάλαβα πως έγινε, έσπασε η καδένα της αγαπημένης μου καρδούλα, δώρο πολύ σημαντικό, που φοράω πάντα και στεναχωρήθηκα.
Όμως εντάξει, το κάψιμο από το χέρι θα φύγει, η γόβα, σιγά και τι έγινε, τις πολλές φορές που φοράω γόβες, και για την καρδούλα θα αγοράσω μια καινούργια καδενούλα και όλα μια χαρά. Αυτά λοιπόν θα ξεχαστούν, το πόσο ωραία όμως πέρασα χτες, δε θα το ξεχάσω!

Μάθετε λοιπόν να κρατάτε στις αναμνήσεις σας τα ωραία!! :)