Εκείνη… Έχει κλείσει τα μάτια της εδώ και ώρα. Όχι πως θα κοιμηθεί, αλλά έτσι ονειρεύεται καλύτερα. Ακούει μια μουσική που δεν διάλεξε εκείνη, αλλά ο αγαπημένος της ραδιοφωνικός σταθμός. Σε κάτι τέτοιες ώρες εκείνον εμπιστευόταν. Ήταν σα να είχε διαβάσει τη σκέψη της και έβαζε τα τραγούδια που ήθελε να ακούσει. Από μόνη της δεν θα έκανε τόσο καλές επιλογές. Έτσι λοιπόν έμενε με κλειστά μάτια, ξαπλωμένη στον καναπέ, ακούγοντας μουσική και σκεφτόταν εκείνον…
Εκείνος… Εδώ και ώρα καθόταν στο καθιστικό με ένα ποτό στο χέρι, ακούγοντας τον αγαπημένο του σταθμό. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Ένα βλέμμα τόσο έντονο. Ίσως έπρεπε να τολμήσει λίγο παραπάνω. Ποιος ξέρει τώρα αν θα την ξαναδεί πουθενά; Όχι πως τον ένοιαζε και πολύ, αλλά από την πρώτη στιγμή που την είδε καρφώθηκε στο μυαλό του. Τελικά ναι, τον ένοιαζε…
Σκεφτόταν εκείνον. Είχε τόση άνεση στο χώρο. Είχε ένα απίθανο βλέμμα και τα μάτια του μεγάλα, εκφραστικά, όπως της άρεσαν. Για το χαμόγελο του δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν το πιο ωραίο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή της. Δεν ήξερε καν το όνομα του, μα όλη τη νύχτα εκείνον πρόσεχε, εκείνον κοίταζε, περιμένοντας να την δει, να της δώσει λίγη σημασία. Μα τίποτα, λες και ήταν αόρατη για εκείνον. Λογικό να μην την προσέξει ένα τέτοιο παιδί, κάθε μέρα θα πρέπει να τον πλησίαζαν ένα σορό. Κι όμως δεν έμοιαζε καθόλου, με όλους τους άλλους που ψωνίζονται. Μπορεί να μην ήταν καν ελεύθερος. Έπρεπε να κάνει κάτι άλλο πάντως αν ήθελε να κερδίσει την προσοχή του…
Τον ένοιαζε, γιατί διέφερε από όλες τις άλλες κοπέλες. Το σώμα της ήταν λες και κάποιος το έφτιαξε στις ιδανικές αναλογίες. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της γλυκά και τα μακριά μαλλιά της, της έδιναν έναν πολύ διαφορετικό αέρα, όταν χόρευε. Έπρεπε να της είχε μιλήσει παραπάνω όταν του έδωσε την ευκαιρία…
Ήθελε να κερδίσει την προσοχή του κι ας ήταν πλέον αργά. Η παρέα της πλήρωνε και θα έφευγαν. Ήταν άλλωστε πολύ αργά… Την ώρα που έφευγαν λοιπόν κατευθύνθηκε στην παρέα του. Τους κοίταξε όλους και σταμάτησε σε εκείνον. Μέσα της έτρεμε, αλλά κατάφερνε να δείχνει σα να ήταν όλα φυσιολογικά και τους ρώτησε αν ήξεραν που κοντά θα μπορούσαν να βρουν ταξί… «Μπορείς να με πάρεις μέχρι τη στάση;», σκέφτηκε από μέσα της, αλλά δεν είπε ποτέ. Της απάντησε κάποιος άλλος από την παρέα, τους ευχαρίστησε και έφυγε. Φεύγοντας τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Όχι πως θα καταλάβαινε τίποτα, αλλά εκείνη του φώναξε, «για σένα ήρθα!». Πήρε βιαστικά το βλέμμα της και έφυγε. Πήγε στον καναπέ του σπιτιού της και στις σκέψεις της…
Του έδωσε την ευκαιρία να της μιλήσει όταν τους ρώτησε που μπορεί να βρει ταξί. Ήθελε να απαντήσει εκείνος, μα τον πρόλαβε ο φίλος του. Ήθελε να της πει: «Μπορώ να σε πάρω μέχρι την στάση», αλλά τι θα σκεφτόταν μετά εκείνη; Έτσι σώπασε και προσπάθησε να την ακολουθήσει διακριτικά με το βλέμμα του καθώς έφευγε. Άραγε να τον είχε προσέξει καθόλου; Κάποια στιγμή νόμιζε πως το βλέμμα της ήταν πάνω του, μα σκέφτηκε πως θα ήταν τυχαίο. Μετά από λίγο γύρισε στο σπίτι του …
Στις σκέψεις της εκείνος. Άραγε θα τον ξαναέβλεπε ποτέ; Θα μάθαινε έστω το όνομα του; Άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο σκοτεινό, όμως το ήξερε καλά και δεν δυσκολεύτηκε να φτάσει στην μπαλκονόπορτα. Την άνοιξε και βγήκε λίγο έξω. Κοίταξε το φεγγάρι και αναρωτήθηκε που να ήταν εκείνος, ο άγνωστος, που κατάφερε να μπει στο μυαλό της. Το μόνο που ζητούσε πια ήταν να είχε έστω και μια σκέψη του. Είναι όμορφο να ξέρεις πως κάποιος σε σκέφτεται το βράδυ. Τότε σκεφτόμαστε όλους όσους πραγματικά θέλουμε. Πάντα θα ήθελε να ξέρει ποιος την σκέφτεται. Να χτυπήσει κάποια στιγμή βραδιάτικα το τηλέφωνο, και κάποιος να της πει πως την σκεφτόταν και πήρε να δει τι κάνει. Αυτή την φορά δεν ήθελε κάποιον, ήθελε εκείνον, που μάλλον ούτε καν την πρόσεξε. Κοίταξε λοιπόν το φεγγάρι και ευχήθηκε να τον ξαναδεί!
Στο σπίτι του δεν άντεχε να βλέπει άλλο τους τέσσερις τοίχους και πήγε προς το παράθυρο. Έψαξε να βρει το φεγγάρι. Το βρήκε και σκέφτηκε πως έπρεπε να της είχε μιλήσει. Κοίταξε λοιπόν το φεγγάρι και ευχήθηκε να την ξαναδεί!
Εκείνος… Εδώ και ώρα καθόταν στο καθιστικό με ένα ποτό στο χέρι, ακούγοντας τον αγαπημένο του σταθμό. Το βλέμμα της είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Ένα βλέμμα τόσο έντονο. Ίσως έπρεπε να τολμήσει λίγο παραπάνω. Ποιος ξέρει τώρα αν θα την ξαναδεί πουθενά; Όχι πως τον ένοιαζε και πολύ, αλλά από την πρώτη στιγμή που την είδε καρφώθηκε στο μυαλό του. Τελικά ναι, τον ένοιαζε…
Σκεφτόταν εκείνον. Είχε τόση άνεση στο χώρο. Είχε ένα απίθανο βλέμμα και τα μάτια του μεγάλα, εκφραστικά, όπως της άρεσαν. Για το χαμόγελο του δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν το πιο ωραίο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή της. Δεν ήξερε καν το όνομα του, μα όλη τη νύχτα εκείνον πρόσεχε, εκείνον κοίταζε, περιμένοντας να την δει, να της δώσει λίγη σημασία. Μα τίποτα, λες και ήταν αόρατη για εκείνον. Λογικό να μην την προσέξει ένα τέτοιο παιδί, κάθε μέρα θα πρέπει να τον πλησίαζαν ένα σορό. Κι όμως δεν έμοιαζε καθόλου, με όλους τους άλλους που ψωνίζονται. Μπορεί να μην ήταν καν ελεύθερος. Έπρεπε να κάνει κάτι άλλο πάντως αν ήθελε να κερδίσει την προσοχή του…
Τον ένοιαζε, γιατί διέφερε από όλες τις άλλες κοπέλες. Το σώμα της ήταν λες και κάποιος το έφτιαξε στις ιδανικές αναλογίες. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της γλυκά και τα μακριά μαλλιά της, της έδιναν έναν πολύ διαφορετικό αέρα, όταν χόρευε. Έπρεπε να της είχε μιλήσει παραπάνω όταν του έδωσε την ευκαιρία…
Ήθελε να κερδίσει την προσοχή του κι ας ήταν πλέον αργά. Η παρέα της πλήρωνε και θα έφευγαν. Ήταν άλλωστε πολύ αργά… Την ώρα που έφευγαν λοιπόν κατευθύνθηκε στην παρέα του. Τους κοίταξε όλους και σταμάτησε σε εκείνον. Μέσα της έτρεμε, αλλά κατάφερνε να δείχνει σα να ήταν όλα φυσιολογικά και τους ρώτησε αν ήξεραν που κοντά θα μπορούσαν να βρουν ταξί… «Μπορείς να με πάρεις μέχρι τη στάση;», σκέφτηκε από μέσα της, αλλά δεν είπε ποτέ. Της απάντησε κάποιος άλλος από την παρέα, τους ευχαρίστησε και έφυγε. Φεύγοντας τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Όχι πως θα καταλάβαινε τίποτα, αλλά εκείνη του φώναξε, «για σένα ήρθα!». Πήρε βιαστικά το βλέμμα της και έφυγε. Πήγε στον καναπέ του σπιτιού της και στις σκέψεις της…
Του έδωσε την ευκαιρία να της μιλήσει όταν τους ρώτησε που μπορεί να βρει ταξί. Ήθελε να απαντήσει εκείνος, μα τον πρόλαβε ο φίλος του. Ήθελε να της πει: «Μπορώ να σε πάρω μέχρι την στάση», αλλά τι θα σκεφτόταν μετά εκείνη; Έτσι σώπασε και προσπάθησε να την ακολουθήσει διακριτικά με το βλέμμα του καθώς έφευγε. Άραγε να τον είχε προσέξει καθόλου; Κάποια στιγμή νόμιζε πως το βλέμμα της ήταν πάνω του, μα σκέφτηκε πως θα ήταν τυχαίο. Μετά από λίγο γύρισε στο σπίτι του …
Στις σκέψεις της εκείνος. Άραγε θα τον ξαναέβλεπε ποτέ; Θα μάθαινε έστω το όνομα του; Άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο σκοτεινό, όμως το ήξερε καλά και δεν δυσκολεύτηκε να φτάσει στην μπαλκονόπορτα. Την άνοιξε και βγήκε λίγο έξω. Κοίταξε το φεγγάρι και αναρωτήθηκε που να ήταν εκείνος, ο άγνωστος, που κατάφερε να μπει στο μυαλό της. Το μόνο που ζητούσε πια ήταν να είχε έστω και μια σκέψη του. Είναι όμορφο να ξέρεις πως κάποιος σε σκέφτεται το βράδυ. Τότε σκεφτόμαστε όλους όσους πραγματικά θέλουμε. Πάντα θα ήθελε να ξέρει ποιος την σκέφτεται. Να χτυπήσει κάποια στιγμή βραδιάτικα το τηλέφωνο, και κάποιος να της πει πως την σκεφτόταν και πήρε να δει τι κάνει. Αυτή την φορά δεν ήθελε κάποιον, ήθελε εκείνον, που μάλλον ούτε καν την πρόσεξε. Κοίταξε λοιπόν το φεγγάρι και ευχήθηκε να τον ξαναδεί!
Στο σπίτι του δεν άντεχε να βλέπει άλλο τους τέσσερις τοίχους και πήγε προς το παράθυρο. Έψαξε να βρει το φεγγάρι. Το βρήκε και σκέφτηκε πως έπρεπε να της είχε μιλήσει. Κοίταξε λοιπόν το φεγγάρι και ευχήθηκε να την ξαναδεί!
2 σχόλια:
..ελπίζω να πιάσει η ευχή :)
..καλό απογευμα ονειροκόριτσο :)
Όμορφα δεν θα 'ταν και για τους δυο;
Καλό βράδυ... ξημέρωμα! :)
Δημοσίευση σχολίου