Το σπίτι ήτανε πολύ μικρό για να χωρέσει μέσα. Μπαίνει στο δωμάτιο της και βάζει τα πρώτα ρούχα που βλέπει μπροστά της. Βουτάει την τσάντα της και ρίχνει μέσα τα απολύτως απαραίτητα. Μπουφάν, κασκόλ και η πόρτα κλείνει πίσω της.
Ακολουθεί πάλι τον ίδιο δρόμο. Τον δρόμο που κάνει όταν δεν είναι καλά, όταν είναι χαρούμενη, όταν θέλει παρέα. Βρίσκεται μπροστά στην ίδια πόρτα. Χτυπάει. Η καλύτερη της φίλη ανοίγει. «Τι έκπληξη ήταν αυτή;»
«Το σπίτι μίκρυνε, δεν μπορώ άλλο. Θέλω να φύγω! Έρχεσαι;»
«Περίμενε να ετοιμαστώ και φύγαμε»
Φεύγουνε. Πάνε στην ίδια στάση, παίρνουν το ίδιο λεωφορείο, κατεβαίνουν στο ίδιο σημείο, κάνουν την ίδια διαδρομή. Κάθε φορά όμως είναι τόσο ξεχωριστή, τόσο διαφορετική. Ο αέρας κάνει την άμμο να χτυπάει πάνω τους και τα μάτια τους να δακρύζουν. Τουλάχιστον είναι μια πολύ καλή δικαιολογία. Το κύματα μεγάλα, αναστατώνουν την ησυχία και ελευθερώνουν την μυρωδιά της θάλασσας.
Περπατούσαν κατά μήκος της θάλασσας. Χάζευαν για όμορφες πέτρες και κοχύλια, όπου περήφανα παρουσίαζε η μία στην άλλη, όταν έβρισκαν κάτι αξιόλογο. Κάποιες στιγμές η θάλασσα πιτσιλούσε πάνω τους, γελούσαν και πήγαιναν λίγο πιο μακριά. Και κάπου εκεί κατάφεραν να μιλήσουν πρώτη φορά.
«Τι έγινε;»
«Το σπίτι… με έπνιγε…»
«Γιατί ρε ‘συ πάλι;»
«Δεν μπορώ, νοιώθω τόσο μόνη εκεί μέσα, τόσο άδεια»
«Δεν είσαι και το ξέρεις»
«Δεν ξέρω…»
«Τι πράγμα;»
«Είμαι πιο άδεια από ποτέ»
«Αυτό θα αλλάξει, πάντα αλλάζει»
«Για μένα δεν άλλαξε ποτέ»
«Σε αυτό, δες σε πόσα άλλα έχει αλλάξει»
«Κουράστηκα»
«Καταλαβαίνω, αλλά προσπάθησε…»
«Θέλω, αλλά δεν ξέρω πως…»
«Αρχικά ηρέμησε κι εγώ θα είμαι πάντα εδώ να σε βοηθάω»
Και κάπως έτσι συνέχισαν την βόλτα τους. Μάζεψαν μια χούφτα κοχύλια που χάζευαν. Άφησαν μια χούφτα δάκρυα με αφορμή τον αέρα και την άμμο. Περπάτησαν για ώρα, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει και το κρύο να γίνεται παγωνιά. Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά και αυτό ήταν που έκανε τα πράγματα χειρότερα. Η ζεστασιά που έψαχνε και δεν είχε έκανε πάντα την καρδιά της να παγώνει περισσότερο.
Ακολουθεί πάλι τον ίδιο δρόμο. Τον δρόμο που κάνει όταν δεν είναι καλά, όταν είναι χαρούμενη, όταν θέλει παρέα. Βρίσκεται μπροστά στην ίδια πόρτα. Χτυπάει. Η καλύτερη της φίλη ανοίγει. «Τι έκπληξη ήταν αυτή;»
«Το σπίτι μίκρυνε, δεν μπορώ άλλο. Θέλω να φύγω! Έρχεσαι;»
«Περίμενε να ετοιμαστώ και φύγαμε»
Φεύγουνε. Πάνε στην ίδια στάση, παίρνουν το ίδιο λεωφορείο, κατεβαίνουν στο ίδιο σημείο, κάνουν την ίδια διαδρομή. Κάθε φορά όμως είναι τόσο ξεχωριστή, τόσο διαφορετική. Ο αέρας κάνει την άμμο να χτυπάει πάνω τους και τα μάτια τους να δακρύζουν. Τουλάχιστον είναι μια πολύ καλή δικαιολογία. Το κύματα μεγάλα, αναστατώνουν την ησυχία και ελευθερώνουν την μυρωδιά της θάλασσας.
Περπατούσαν κατά μήκος της θάλασσας. Χάζευαν για όμορφες πέτρες και κοχύλια, όπου περήφανα παρουσίαζε η μία στην άλλη, όταν έβρισκαν κάτι αξιόλογο. Κάποιες στιγμές η θάλασσα πιτσιλούσε πάνω τους, γελούσαν και πήγαιναν λίγο πιο μακριά. Και κάπου εκεί κατάφεραν να μιλήσουν πρώτη φορά.
«Τι έγινε;»
«Το σπίτι… με έπνιγε…»
«Γιατί ρε ‘συ πάλι;»
«Δεν μπορώ, νοιώθω τόσο μόνη εκεί μέσα, τόσο άδεια»
«Δεν είσαι και το ξέρεις»
«Δεν ξέρω…»
«Τι πράγμα;»
«Είμαι πιο άδεια από ποτέ»
«Αυτό θα αλλάξει, πάντα αλλάζει»
«Για μένα δεν άλλαξε ποτέ»
«Σε αυτό, δες σε πόσα άλλα έχει αλλάξει»
«Κουράστηκα»
«Καταλαβαίνω, αλλά προσπάθησε…»
«Θέλω, αλλά δεν ξέρω πως…»
«Αρχικά ηρέμησε κι εγώ θα είμαι πάντα εδώ να σε βοηθάω»
Και κάπως έτσι συνέχισαν την βόλτα τους. Μάζεψαν μια χούφτα κοχύλια που χάζευαν. Άφησαν μια χούφτα δάκρυα με αφορμή τον αέρα και την άμμο. Περπάτησαν για ώρα, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει και το κρύο να γίνεται παγωνιά. Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά και αυτό ήταν που έκανε τα πράγματα χειρότερα. Η ζεστασιά που έψαχνε και δεν είχε έκανε πάντα την καρδιά της να παγώνει περισσότερο.
Πήραν το δρόμο του γυρισμού. Κι όπως περπατούσαν είδαν πως για άλλη μια φορά ήταν πιο ανάλαφρες, πιο ήρεμες, πιο χαμογελαστές. Η θάλασσα κατάφερε για άλλη μια φορά να πάρει τις σκέψεις τους μαζί της, και να τις ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Να την μοιράσει με την ελπίδα κάποιοι να τις ακούσουν και οι ευχές τους κάποια στιγμή να βγουν αληθινές.
Γύρισε στο σπίτι της. Πλέον δεν ήταν τόσο μικρό, την χωρούσε. Έβαλε μουσική και άρχισε να τραγουδάει μέχρι να ζεσταθεί το νερό. Και μετά πήγε στο μπάνιο, να βγάλει από πάνω της την αλμύρα. Κι έτσι, την ώρα που έπεφτε πάνω της το νερό, ήταν σα να ξέχασε το λόγο που την έκανε να φύγει κι ένοιωσε όχι το σπίτι της μικρό, αλλά εκείνη μεγάλη και δυνατή. Ήταν πάλι ο εαυτός της, χαμογελαστή, ευδιάθετη και αισιόδοξη.
5 σχόλια:
είδες κοριτσάκι μου, πόσο καλό κανει αυτή η βόλτα στη χειμωνιάτικη θάλασσα;
όχι μονο το σπιτι, τα παντα σε χωράνε πια :)))
φιλια πολλα και καλά να περασεις το Σαββατοκύριακο!
Μια βόλτα.. Τι σου κάνει μια βόλτα και μια καλή κουβέντα από έναν δικό σου άνθρωπο.. Φιλιά :)
Πόσο μου 'λειψε αυτή η βολτούλα
στη χειμωνιάτικη θάλασσα...
αχ, κουκλάκι μου, μαζι σας
περπάτησα κι εγώ... και ξεχάστικα
έστω για λίγο...!!΄Σ'ευχαριστώ!
Καλή εβδομάδα καλό μου
με χαμόγελα και πολλά φιλιά
:) :) *******
εγώ αυτό το έχω ζήσει....
δεν είχα όμως φίλη να το μοιραστώ.. έλεγα τον "πόνο" μου στην θάλασσα....
@Μαριλενα: Η θάλασσα τα ξέρει όλα... Έχει ακούσει τόσα μυστικά και τα έχει φυλάξει τόσο καλά όλα...
@if.. ιγένεια: Αυτή η καλή κουβέντα... Αξία ανεκτίμητη!
@Μαργαρίτα: Κι εγώ μαζί τους την έκανα. Η δικιά μου βόλτα ήταν λίγο διαφορετική...
@"ζαχαρούλα..": Πόσες ιστορίες έχει ακούσει αυτή η θάλασσα; Και με πόση προσοχή τις κρατάει όλες.
Δημοσίευση σχολίου