Το μπουκάλι με το κρασί είχε αδειάσει. Η μουσική έπαιζε χωρίς σταματημό, παρά το περασμένο της ώρας. Τα παράθυρα κλειστά για να μην ενοχλούνται οι γείτονες. Φώτα κλείστα και κεριά αναμένα. Εκείνη στη μέση του δωματίου, μόνη της, σα να μην υπάρχει άλλος στον κόσμο πουθενά να χορεύει. Που και που να βάζει μια φωνή, να τραγουδάει κάποιο στίχο, να γελάει και να κλαίει με το γέλιο της.
Χόρευε χωρίς να σταματάει.Για ποιον; Για τι; Δεν ήξερα και ούτε θα μάθαινε... Ίσως για να ξεχάσει, να ξεχαστεί... Ίσως για να ζαλαστεί, να κουραστεί... Χόρευε για ώρα. Το κεφάλι της δεν άντεχε, ζαλιζόταν, μα συνέχιζε. Τα πόδια της δεν άντεχαν, πονούσαν και παραπονιόντουσαν, μα συνέχιζε. Συνέχιζε να γυρνάει γύρω από τον εαυτό της, για να ταλαιπωρήσει ακόμα περισσότερο το σώμα της, το μυαλό της. Να μην ξέρει τι είναι αληθινό, τι ψεύτικο, να ξεφύγει από όλους και από όλα. Μέσα της να επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή. Μαγικά να εμφανίζεται εκείνος και να αλλάζουν όλα. Πάντα το ίδιο όνειρο, με άλλους πρωταγωνιστές, με άλλο σκηνικό, αλλά πάντα το ίδιο. Ώρες-ώρες μιλούσε σα να ήταν ήδη εκεί. Άνοιγε διαλόγους στο μυαλό της, τους έφτιαχνε όπως εκείνη ήθελε, ιδανικούς. Δεν μπορεί κανένας να πληγώσει τα όνειρα της.
Και αυτό συνεχίστηκε για ώρα. Δεν ήξερε πόση, δεν είχε επαφή με το χρόνο. Τόση όση χρειαζόταν για να μην αντέξει άλλο και να πέσει κάτω. Έμεινε καθισμένη στο πάτωμα, να γελάει, να κλαίει, να τραγουδάει. Μια να κουλουριάζεται στο σώμα της να κρυφτεί, να προστατεφτεί και μια να κάθεται στα γόνατα της και να συνεχίζει να χορεύει. Έτσι, γιατί έμαθε να περνάει τα προβλήματα της με χορό. Με τραγούδια, δάκρυα και χορό. Για εκείνη μόνο, όταν στο σπίτι δεν υπήρχε κανένας εκτός από τον εαυτό της και τη σκιά της.
Και ξαφνικά ακούγεται το κλειδί στην πόρτα. Η ανάσα σταματάει και το βλέμμα καρφώνεται στην πόρτα που ανοίγει. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος άλλος μπορεί να έρθει. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Για άλλη μια φορά όμως πέθανε. Ο αδελφός της μπαίνει στο σπίτι. Ανάβει ένα φως και κοιτάζει καλά-καλά γύρω του. Εκείνη καθισμένη στο πάτωμα τον κοιτάζει.
«Άχου... Δεν πάμε καλά! Τι έπαθες εσύ;»
«Τίποτα δεν έπαθα. Τυχερός είσαι που δε με βρήκες και να χορεύω»
«Α καλά... Και το κασκόλ τι το θες παιδάκι μου; Αν κρυώνεις βάλε καμιά μπλούζα καλύτερα, που μου είσαι με το κανοτιεράκι»
«Μα δεν το έχω επειδή κρυώνω. Για το χορό το έχω, μου δίνει στυλ!»
«Τι σου δίνει;»
«Στυλ παιδάκι μου... Αλλά τι να καταλάβεις εσύ;»
Και με αυτά τα λόγια, σαλτάει πάνω και χορεύει πάλι, να του δείξει το «στυλ»
«Να έτσι»
«Τα έχασες τελείως εσύ. Πάω για ύπνο, κοίτα μη μας βάλεις καμιά φωτιά με τα κεριά»
«μμμ» κάνει και του βγάζει γλώσσα.
Η πόρτα στο δωμάτιο του κλείνει. Η μουσική σταματάει. Η παράσταση τελείωσε. Χειροκροτήματα δεν υπάρουν. Κοινό και πρωταγονίστρια το ίδιο πρόσωπο. Κανείς δεν έμεινε ικανοποιημένος από το σενάριο...

4 σχόλια:
όμως, ειναι φορές, που το να χορευεις για τον ίδιο σου τον εαυτό, σε κανει να νιώθεις όμορφα :))
Ναι, κάποιες φορές νοιώθεις πραγματικά υπέροχα :)
Αυτόν τον αδερφό τον πάω τελικά...
:)
Τελικά; Γιατί πρν τι σου είχε κάνει;
Δημοσίευση σχολίου