
Σαν σωστή νησιοτοπούλα, όχι μόνο αγαπάω τη θάλασσα, αλλά είναι απαραίτητο κομμάτι της ζωής μου. Η αίσθηση της, η μυρωδιά της, ο ήχος της, η όψη της. Κάθε κύμα της, χάδι ηρεμίας. Κάθε παφλασμός της, ψίθυρος παρηγοριάς. Κι αν μου πούνε να φύγω μακριά της, θα γυρίσω να την δω να μου χαμογελά. Η ζωή μου θάλασσα και η θάλασσα ζωή μου.
Από μικρό παιδί, μαζί της μεγάλωσα. Δίπλα στην ανάσα της, ήμουν κι εγώ. Μπάνιο, κατευθείαν στα βαθειά έμαθα. Με έπιασε ο παππούς και με έριξε στη θάλασσα, λέγοντας στη μαμά πως μόνο έτσι θα μάθουμε να κολυμπάμε. Μέχρι να προλάβει να αντιδράσει η μαμά, είχα δυο επιλογές. Να κολυμπήσω ή να πνιγώ. Και κολύμπησα. Κατευθείαν στα βαθειά. Και αντί να φοβηθώ τη θάλασσα, την αγάπησα ακόμα περισσότερο. Τότε, κοριτσάκι κάπου τριών χρονών, μέσα της, χωρίς μπρατσάκια, χωρίς τίποτα. Κι εκείνη μου χαμογέλασε. Κι όταν ήρθε η μαμά και ο μπαμπάς δίπλα μας, ήθελα να πλατσουρίσω μαζί τους.
Και μετά, κάπου στα τέσσερα-πέντε, με το πείσμα ενός μικρού παιδιού να φτάσει το στόχο του, κολυμπούσα με τους γονείς από δίπλα κι ένα βοηθητικό μαξιλαράκι, μια μεγάλη απόσταση, σε μια αγριεμένη θάλασσα, για να φτάσω από το σκαφάκι στο νησάκι απέναντι. Και μετά την κουραστική βόλτα στο νησί, η ίδια απόσταση, με το κύμα κόντρα και χωρίς το βοηθητικό μαξιλαράκι, αλλά με τους γονείς πάντα από δίπλα. Κι ούτε τότε φοβήθηκα. Και μέσα στην κούραση μου γελούσα και το στόμα μου γέμιζε νερό και πνιγόμουν. Και ούτε τότε φοβήθηκα.
Τα καλοκαίρια, έμενα δίπλα της, μέσα της ακόμα κι όταν τα χείλη μου μελάνιαζαν από το κρύο και η μαμά φώναζε. Και τους χειμώνες, τα Σαββατοκύριακα, κάπου εκεί γυρνούσαμε με τους γονείς. Είναι το παιχνίδι μου, η ανάσα μου, η φίλη μου. Εκείνη ακούει τα προβλήματα μου, εκείνη παίρνει στον πάτο τον πόνο μου, εκείνη ταξιδεύει παντού τα όνειρα μου. Εκεί αντηχούν τα γέλια, εκεί και τα αναφιλητά μου.
Τη φουρτούνα δεν τη φοβάμαι. Γιατί έμαθα να κολυμπώ σε αυτή και να μη με πνίγει. Γιατί με κάνει να νοιώθω πιο δυνατή, ζωντανή. Ησυχάζω, και χαλαρώνω σε μια ήρεμη θάλασσα, αλλά χωρίς τα κυματάκια της για καιρό, ξέρεις πως κάτι λείπει, πως κάτι δεν πάει καλά. Και αυτή την μεγάλη ησυχία την ακολουθεί μεγάλη τρικυμία. Μα και πάλι δε φοβάμαι, γιατί πιστεύω σε μένα και ξέρω πως δε θα πνιγώ.
Όπως στη ζωή μου. Δεν τις φοβάμαι τις φουρτούνες, δε με τρομάζουν τα μεγάλα κύματα. Από μικρή με ‘ριξαν στα βαθειά. Από μικρή μου έμαθαν να κολυμπάω και κόντρα στο κύμα. Η πολλή ησυχία με τρομάζει, μα δε φοβάμαι, γιατί ξέρω πως θα κολυμπήσω ό,τι και να ακολουθήσει. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου να αφήνω το κύμα να με πάρει.
Η θάλασσα ζωή μου και η ζωή μου θάλασσα. Κι αν μου πούνε να φύγω μακριά της, θα γυρίσω να την δω να μου χαμογελά. Κάθε παφλασμός της, ψίθυρος παρηγοριάς. Κάθε κύμα της, χάδι ηρεμίας. Η όψη της, ο ήχος της, η μυρωδιά της, η αίσθηση της. Σαν σωστή νησιοτοπούλα, όχι μόνο αγαπώ τη θάλασσα, αλλά είναι απαραίτητο κομμάτι της ζωής μου.
Από μικρό παιδί, μαζί της μεγάλωσα. Δίπλα στην ανάσα της, ήμουν κι εγώ. Μπάνιο, κατευθείαν στα βαθειά έμαθα. Με έπιασε ο παππούς και με έριξε στη θάλασσα, λέγοντας στη μαμά πως μόνο έτσι θα μάθουμε να κολυμπάμε. Μέχρι να προλάβει να αντιδράσει η μαμά, είχα δυο επιλογές. Να κολυμπήσω ή να πνιγώ. Και κολύμπησα. Κατευθείαν στα βαθειά. Και αντί να φοβηθώ τη θάλασσα, την αγάπησα ακόμα περισσότερο. Τότε, κοριτσάκι κάπου τριών χρονών, μέσα της, χωρίς μπρατσάκια, χωρίς τίποτα. Κι εκείνη μου χαμογέλασε. Κι όταν ήρθε η μαμά και ο μπαμπάς δίπλα μας, ήθελα να πλατσουρίσω μαζί τους.
Και μετά, κάπου στα τέσσερα-πέντε, με το πείσμα ενός μικρού παιδιού να φτάσει το στόχο του, κολυμπούσα με τους γονείς από δίπλα κι ένα βοηθητικό μαξιλαράκι, μια μεγάλη απόσταση, σε μια αγριεμένη θάλασσα, για να φτάσω από το σκαφάκι στο νησάκι απέναντι. Και μετά την κουραστική βόλτα στο νησί, η ίδια απόσταση, με το κύμα κόντρα και χωρίς το βοηθητικό μαξιλαράκι, αλλά με τους γονείς πάντα από δίπλα. Κι ούτε τότε φοβήθηκα. Και μέσα στην κούραση μου γελούσα και το στόμα μου γέμιζε νερό και πνιγόμουν. Και ούτε τότε φοβήθηκα.
Τα καλοκαίρια, έμενα δίπλα της, μέσα της ακόμα κι όταν τα χείλη μου μελάνιαζαν από το κρύο και η μαμά φώναζε. Και τους χειμώνες, τα Σαββατοκύριακα, κάπου εκεί γυρνούσαμε με τους γονείς. Είναι το παιχνίδι μου, η ανάσα μου, η φίλη μου. Εκείνη ακούει τα προβλήματα μου, εκείνη παίρνει στον πάτο τον πόνο μου, εκείνη ταξιδεύει παντού τα όνειρα μου. Εκεί αντηχούν τα γέλια, εκεί και τα αναφιλητά μου.
Τη φουρτούνα δεν τη φοβάμαι. Γιατί έμαθα να κολυμπώ σε αυτή και να μη με πνίγει. Γιατί με κάνει να νοιώθω πιο δυνατή, ζωντανή. Ησυχάζω, και χαλαρώνω σε μια ήρεμη θάλασσα, αλλά χωρίς τα κυματάκια της για καιρό, ξέρεις πως κάτι λείπει, πως κάτι δεν πάει καλά. Και αυτή την μεγάλη ησυχία την ακολουθεί μεγάλη τρικυμία. Μα και πάλι δε φοβάμαι, γιατί πιστεύω σε μένα και ξέρω πως δε θα πνιγώ.
Όπως στη ζωή μου. Δεν τις φοβάμαι τις φουρτούνες, δε με τρομάζουν τα μεγάλα κύματα. Από μικρή με ‘ριξαν στα βαθειά. Από μικρή μου έμαθαν να κολυμπάω και κόντρα στο κύμα. Η πολλή ησυχία με τρομάζει, μα δε φοβάμαι, γιατί ξέρω πως θα κολυμπήσω ό,τι και να ακολουθήσει. Δεν είναι στο χαρακτήρα μου να αφήνω το κύμα να με πάρει.
Η θάλασσα ζωή μου και η ζωή μου θάλασσα. Κι αν μου πούνε να φύγω μακριά της, θα γυρίσω να την δω να μου χαμογελά. Κάθε παφλασμός της, ψίθυρος παρηγοριάς. Κάθε κύμα της, χάδι ηρεμίας. Η όψη της, ο ήχος της, η μυρωδιά της, η αίσθηση της. Σαν σωστή νησιοτοπούλα, όχι μόνο αγαπώ τη θάλασσα, αλλά είναι απαραίτητο κομμάτι της ζωής μου.
2 σχόλια:
σε καταλαβαίνω απόλυτα ονειροκόριτσο μου
τυχερή εισαι όμως, γιατί έφυγες απ τη δικη σου θάλασσα και πάλι κοντά σε θάλασσα βρέθηκες, ναι;
εύχομαι, να μη τη στερηθεις ποτέ!
πάντα να κολυμπάς ειτε σε ήρεμα ειτε σε ταραγμένα νερά, άφοβα κι ατρόμητα, οπως ακριβώς τώρα!
σε ΄φιλώ :))
Μα αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που ήρθα σε αυτή την πόλη. Από νησί σε νησί. :)
Σε ευχαριστώ πολύ για την ευχή σου :)
Δημοσίευση σχολίου